Σου ‘πα να φύγεις, μα εσύ έμεινες.

Απομακρύνσου, όσο είναι καιρός · σ’ είχα συμβουλεύσει απ’ την πρώτη στιγμή που οι ζωές μας ενώθηκαν. Είμαι αλλιώτικη, ιδιαίτερη, φουμάρω περίεργο καπνό… παιδεύω, πώς το λένε; Μια άγουρη ωριμότητα, το εγώ μου. Επιφανειακά συγκρατημένο, αναγκαστικά επιφυλακτικό, μα στα βάθη του ολόιδιο με παιδί ανεξερεύνητο. Σε μια εγρήγορση διαρκή ο νους μου. Σπάνια θα μ’…

Υπάρχει τελικά ανώδυνη αγάπη;

Θα ‘σουν – δε θα ‘σουν δέκα χρονών, μα εκείνη την μέρα την θυμάσαι σαν να ‘ταν χθες. Έπαιζες ανέμελος στο σχολικό προαύλιο, όταν –απρόσμενα-  έφτασε στ’ αφτιά σου ο ψίθυρος απ’ το έκπληκτο στόμα της συμμαθήτριας , που μόλις είχε μάθει το φοβερό μυστικό: «ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει· είναι ψέματα. Είδα πέρσι τον…

Σημαδεμένα σεντόνια!

Με παίδεψε,τούτη τη νύχτα, το χαρτί. Στέκει μπροστά μου –σεντόνι ολόλευκο κι αναμένει μαύρα σημάδια πλασμένα απ’ τα δικά μου χέρια. Μα αυτά στέκουν αμήχανα σιμά του. Γυμνά· ταλαντευόμενα· ανήξερα. Δεν μπορούν να γράψουν, απόψε. Ίσως πάλι, να μπορούν, μα να μη θέλουν. Για φαντάσου! Τούτα τα δάχτυλα, που μόνο πνιγμένα σε μελάνι ανασαίνουν· τούτα…

Μείνε άνθρωπος!

Λίγο νωρίτερα, αντίκρισες τον ήλιο να δύει κι ένιωσες να πλακώνει το μέσα σου ένα θεόρατο σκοτάδι.Τώρα διαβάζεις αυτές τις λέξεις. Είτε πλαγιάζεις στον καναπέ του σαλονιού σου, είτε βρίσκεσαι στριμωγμένος σ’ ένα μπαράκι – επειδή ήταν αγένεια να μη δεχτείς την πρόσκληση -, είτε στέκεις ανέκφραστος μέσα σε τέσσερις τοίχους, είτε υπάρχεις μ’ έναν…

Αντίστροφα αν γύριζα του ρολογιού τους δείκτες…

Κι μια πρώτη μου αυθόρμητη απάντηση, στο αν θα μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, θα ήταν να σε αγκάλιαζα λίγο πιο σφιχτά εκείνο το βράδυ, που έμελλε να είναι το τελευταίο μας. Θα έμπηγα τα μάτια μου στα σκεπτικά δικά σου και θα σου ψιθύριζα μ’ ένα φλογισμένο φιλί πώς θα τα καταφέρουμε. Μαζί….

Απουσία…

Και έφυγες. Διάλεξες για το παραμύθι μου το πιο βάναυσο τέλος. Τι μου έμεινε; Ένα μπουμπούκι που δεν πρόλαβε ν’ ανθίσει, νεκρωμένο μέσ’ στην παλάμη μου. Ένα αγέννητο «Σ’ αγαπώ», καρφωμένο στον ουρανίσκο μου. Δυο τρία ραγισμένα όνειρα, κουρνιασμένα δίπλα σε μια Απουσία. Τι μου λείπει; Ένα μαζί. Ένα εσύ. Κι ένα εγώ, σαν κι…

Έρωτας κάλπικος.

Μια φορά κι έναν καιρό, ήρθες. Έτσι· απλά κι απότομα. Χτύπησες την πόρτα της τσαλακωμένης μου καρδιάς και ζήτησες να μπεις. Εγώ δίστασα. Δεν είχα συνηθίσει ν’ ανοίγω σε αγνώστους. Σε παρατηρούσα επιφυλακτικά. Προσπαθούσα να βρω μια ατέλεια στο άθικτα στολισμένο δώρο σου. Και ξαφνικά, αντήχησε το γέλιο μου στ’ αφτιά μου. Εγώ, η αδιόρατα…

«Τι κάνεις;» – »Προσεχώς καλύτερα.»

Μην σκουπίζεις τα υγρά σου μάτια. Κλάψε δυνατά. Άσε τα δάκρυα να βγάλουν από μέσα σου εκείνον τον πόνο που τόσο σε βαραίνει. Αλάφρωσε την πληγωμένη σου ψυχή. Λύτρωσέ την.