ΑΓΑΠΗ ΚΛΩΣΤΙΝΗ ΗΣΟΥΝ, ΑΓΑΠΗ ΧΑΡΤΙΝΗ ΑΠΕΓΙΝΕΣ

στις

«Θέλω να μπορώ να σ’αγκαλιάζω ξανά και να μ’αγκαλιάζεις και εσύ με τον ίδιο πόθο, με το ίδιο πάθος, με την ίδια σπιρτάδα στα μάτια σου, να μένουν εκεί κοιτώντας με κατάματα, σαν να περιμένουν από μένα το «κλακ» που κάνει ο αναπτήρας όταν έρχεται σε επαφή με τον καπνό, για να ανάψουν και να φλογίζουν με τέτοια ένταση, αμείωτη, ρυθμική. Θέλω να μπορώ πάλι να φιλώ το μέτωπό σου, να φιλώ τα ματόκλαδά σου και εκείνα να κλείνουν μεμιάς για να απολαύσουν την τοσοδούλα τη στιγμή, θέλω να φιλώ τα μάγουλά σου και να παίρνουν εκείνο το κατάδικό τους κόκκινο χρώμα, θέλω αγγίζω σιγά-σιγά τα χείλη σου μέχρι να φτάσω να τα φιλήσω και εκείνα.Εμείς να κρατάμε τις αναπνοές μας, μόνο οι χτύποι από τις καρδιές μας να ακούγονται.Θέλω να…».

Τα μάτια της βουρκώνουν, η φωνή της σπάει από απελπισία. Το μόνο που την κρατάει όρθια, είναι η αγάπη της για εκείνον.

Απλώνει τα χέρια της για να ακουμπήσει τα δικά του και τον καρφώνει με το βλέμμα της.

Την αποστρέφεται.Ούτε καν την κοιτάζει.Γυρίζει από την άλλη πλευρά.Μένει εκείνη να κοιτάζει την πλάτη του.

Περπατάει πέρα-δώθε, μ’ένα βήμα τόσο γοργό,θαρρείς πως τρέχει, πως θέλει να ξεφύγει, πως θέλει να ανοίξει την πόρτα και να φύγει, για να μην την βλέπει, για να μην την ακούει, για να βάλει ένα τέλος.

«Σταμάτα επιτέλους,σταμάτα.Κόφτο.Μην συνεχίζεις.Μην μιλάς,να χαρείς.Δεν θέλω να με παρακαλάς να μείνω εδώ μέσα, δεν θέλω να με παρακαλάς να μείνω στην σχέση αυτή.Θέλω να φύγω. Εσύ όμως, με κλειδώνεις με τα λόγια σου, με τα παρακαλητά σου, με τα αναφιλητά σου.Θέλω να χαθώ από σένα, να μην με δεις ποτέ ξανά.Εσύ με κρατάς με δεσμά που δεν μπορώ να λύσω,δεν μπορώ να κόψω.ΦΣ’αγάπησα,ανάθεμα,σ΄αγάπησα πολύ,σ’αγάπησα βαθιά.Μου τέλειωσε όμως. Πρώτα ο έρωτας, ύστερα η αγάπη. Την πιο τρανή, την πιο μεγάλη απόδειξη της αγάπης μου, την έχεις εσύ, την κουβαλάς μέσα σου εσύ».

Αρπάζει βιαστικά το κόκκιινο φούτερ του που ήταν πεταμένο στην καρέκλα, το φοράει και ανεβάζει την κουκούλα για να μην φαίνεται το πρόσωπό του.Εκείνη κάθεται στο μικρό ξύλινο τραπεζάκι, απέναντι ακριβώς από την άδεια πλέον καρέκλα.Βάζει λίγο νερό στο ποτήρ ικαι

πίνει,προσπαθώντας να κάνει γαργάρα τα επόμενα λόγια της,να πνίξει το ήχο από τα δάκρυά της, να μην ακούγονται,να μην φτάνουν στα αυτιά του.

«Θέλω να σου πω..».

«Φτάνει να λες συνέχεια την λέξη ΘΕΛΩ. ‘Ο,τι και να πεις, εγώ ΔΕΝ ΘΕΛΩ».

Σφίγγει τη γροθιά του.

Εκείνη ανεπαίσθητα χαϊδεύει την κοιλιά της, πάνω από μακρύ μαύρο φόρεμα της.

«Γύρνα να δω το πρόσωπό σου, μια στιγμή».

«Λίγο ακόμα αν μείνω εδώ, θα χάσω το μυαλό μου».

Φωνάζει δυνατά.

Σιωπή.

«Πόσο κράταει μια στιγμη; Γι’αυτό το κράτημα μόνο, γύρνα να σε δω».

«Με σκλαβώνεις,την τρέλα μου μέσα.Θα είναι η τελευταία φορά, μ΄ακούς; Δεν θα υπάρξει άλλη φορά».

«Αφού εσύ το θες, ας είναι».

«Σβέλτα θα τα πεις,θες δεν θες.Πρέπει να φύγω.Δεν θα γυρίσω σπίτι απόψε.Αύριο το απόγευμα θα περάσω να μαζέψω όλα μου τα πράγματα.Πήγαινε όπου σου καπνίσει, αρκεί να μην σε βρω εδώ».

«Γιατί με καταρακώνεις έτσι;».

«Δεν καταλαβαίνεις διαφορετικά. Γιατί δεν θέλω να ζω άλλο μαζί σου».

«Δώσε μου το χέρι σου».

«Δεν με συγκινείς, άδικα προσπαθείς».

«Το πλάσμα αυτό που μεγαλώνει μέσα μου, το αποκάλεσες απόδειξη της αγάπης σου.Είναι η αγάπη θεώρημα για να θέλει απόδειξη;».

«Αφήσαμε τα παρακάλια, πιάσαμε σβάρνα τα ρητορικά ερωτήματα;».

«Δεν ξέρεις τι λες».

«Μήπως το μωρό, ως απόδειξη, δεν σε βολεύει φέτος στην φορολογική σου δήλωση; Σου την χαλάει χρυσέ μου;Ε, αφού στην χαλάει και ζορίζεσαι,ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΨΕΙΣ.ΝΑΙ, ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΨΕΙΣ».

«Τράβα πήγαινε για ύπνο. Το χοντραίνεις πολύ και θα πω καμιά κουβέντα άλλη και θα ξεφύγει όλο αυτό».

«Το παιδί, αν είσαι άνθρωπος, σκέψου μόνο το παιδί».

«Εσύ θα το μεγαλώσεις,πάρ’το χαμπάρι.ΜΟΝΗ ΣΟΥ».

Σιγή.

«Σ’αγάπησα ένα βράδυ.Μέσα σ’εκείνο το βράδυ,έκλεισα μέσα του τόσα χρόνια.Τούτα όμως τα χρόνια, καμωμένα από κλωστή ήταν, περιτυλιγμένα από χαρτί ήταν. Δεν μπορώ πια να τα βαστώ στην παλάμη μου.Θέλω να κόψω την κλωστή, θέλω να κόψω το χαρτί. Η αγάπη αυτή να αιωρηθεί, να χαθεί, να εξαφανιστεί.Αντίο».

Ανοίγει την πόρτα και φεύγει.

«Παιδί μου όμορφο,φως της ψυχής μου,μην μου κλαις.Μάτια μου,είμαι εδώ,εγώ δεν φεύγω, δεν πάω πουθένα.Μη μου φοβάσαι, μη μου τρέμεις. Η καρδιά μου χωρά όλα σου τα όνειρα, όλες σου τις επιθυμίες.Όταν εμφανίζονται δράκοι, εγώ θα μπαίνω μπροστά, για να μην τους βλέπεις. Θα πολεμώ μαζί τους για να μην σε αγγίξουν, για να μην σε πληγώσουν.Θα πολεμώ μαζί τους,για να μην σε ποτίσουν με κακία, αχαριστία και απανθρωπιά.Εγώ θα τους νικώ και θα βασιλεύει η αγάπη, η αλήθεια,η ενσυναίσθηση,η καλοσύνη,η χαρά, στη ζωή μας.Αυτές τις αρετές,θα προσπαθήσουμε να τις εντάξουμε ξανά, στον κόσμο που ζούμε.Οι δυό μας μείναμε,μωρό μου μονάκριβο.Οι δυό μας, μαζί.Για πάντα. Χωρίς κλωστές,χωρίς χαρτιά,χωρίς αποδείξεις.Δεν θα είσαι ποτέ μονάχο σου,μωρό μου.Κοιμήσου,αστεράκι,κοιμήσου να γαληνέψεις και μαζί σου να γαληνέψει και ο ουρανός.Εγώ θα σε προσέχω».

Κλείνει τη λάμπα που ήταν πάνω στο τραπεζάκι.

Μένει για λίγο εκεί.

Αποχωρεί προς το δωμάτιό της.

Η Αλίσια Παρσεκιάν κατάφερε με το υπέροχο κείμενο της να βγει δεύτερη στον διαγωνισμό αρθρογραφίας. Συγχαρητήρια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s